Κέρκυρα: Η πόλη που αποτελεί ένα σπάνιο, δείγμα δυτικότροπης αρχιτεκτονικής.

Η εφαρμογή των αρχιτεκτονικών ρυθμών της Δύσης στην Κέρκυρα, φέρει την σφραγίδα μιας διάθεσης για απλοποίηση, την αίσθηση μέτρου, την σφραγίδα μιας φαινομενικής αδεξιότητας, που στην ουσία διατυπώνει για μεν την Δύση την ομαλή μετάβαση προς μια λαϊκότερη αρχιτεκτονική, για δε την Ελλάδα το σκαλοπάτι προς την αρχιτεκτονική της δύσης.

Η αρχιτεκτονική της πόλης σήμερα αποτελεί ένα σπάνιο, δείγμα δυτικότροπης αρχιτεκτονικής, που ενώ αναπτύχθηκε σε ελληνικό χώρο και είχε άμεση εξάρτηση από τα ξένα σύγχρονά της πρότυπα, ταυτόχρονα αντιπροσωπεύει την ελληνική συμμετοχή στο κίνημα του Μπαρόκ. Παράλληλα, η Κέρκυρα όντας από τους λίγους χώρους του ελληνισμού στους οποίους ο πολιτισμός εξελίχθηκε ομαλά και δεν διακόπηκε βίαια, αποτελεί μοναδικό διατηρημένο παράδειγμα ομαλής μετάβασης στον νεοκλασικισμό, που, όπως και στην δύση, αυτός ακολούθησε σαν φυσική συνέχεια των προηγούμενων ρυθμών, δένοντας με αυτούς με μοναδική ομοιογένεια.

City of Corfu

Την Κερκυραϊκή αστική αρχιτεκτονική χαρακτηρίζουν αρμονική ένταξη στο φυσικό περιβάλλον, η αίσθηση του μέτρου, η ποικιλία των στοιχείων, η απόλυτη ταύτιση του χώρου με τις ανάγκες που τον διαμόρφωσαν, ανέδειξαν ένα αρχιτεκτονικό σύνολο ισορροπημένο, απλό και περιεκτικό, χωρίς εκφραστικές πολυλογίες, που προκαλεί για την ανακάλυψή του. Το σύνολο των κτιρίων του ιστορικού κέντρου της Κέρκυρας δεν ανήκει όπως είναι φυσικό στην ίδια περίοδο. Εκτός από τα κτίρια της Βενετοκρατίας υπάρχει ένας αριθμός κτιρίων που χτίστηκε στο μικρό διάστημα 1797-1814 (επί Γάλλων και Επτανήσου Πολιτείας), πολλά κτίρια της περιόδου της Αγγλικής Προστασίας και ορισμένα κτίρια των πρώτων δεκαετιών μετά την Ένωση με την Ελλάδα (1864) και της περιόδου περί το 1900.

Από μορφολογική άποψη και λόγω των εκάστοτε ιστορικών συνθηκών, που διαμορφώνουν την επικράτηση των αρχιτεκτονικών ρυθμών:

  • Στην περιόδο της Βενετοκρατίας, οι οικοδομές έχουν αφομοιώσει στις όψεις τους στοιχεία της αναγέννησης, μανιερισμού και μπαρόκ, ελάχιστα είναι τα γοτθικά στοιχεία που διασώθηκαν.
  • Η ενδιάμεση περιόδος μεταξύ Βενετοκρατίας και Αγγλοκρατίας το μόνο γνωστό παράδειγμα της οικοδομικής δραστηριότητας (η ομοιόμορφη σύνθεση των κτιρίων της Σπιανάδας), έχει στοιχεία μανιεριστικά
  • στην περίοδο της Αγγλοκρατίας , τα κτίρια που κατασκευάστηκαν επηρεάζονται από τον νεοκλασικισμό στην πιο πρώιμη έκφρασή του (κλασικίζουσα διάθεση, με λεπτομέρειες αναγεννησιακές- παλλαδιανισμού).
  • Τέλος, λίγες νεώτερες κατασκευές ακολουθούν τα χαρακτηριστικά του εκλεκτικισμού και αργότερα του Art Nouveau ή έχουν στοιχεία του όψιμου αθηναϊκού αστικού κλασικισμού.

Δημόσια Κτίρια

Τα δημόσια κτίρια της βενετοκρατίας, είτε κοινής ωφελείας, είτε κατοικίες επισήμων ή στρατιωτικά, έχουν την σφραγίδα της φροντισμένης κατασκευής, γιατί έχουν μελετηθεί και κατασκευαστεί από αρχιτέκτονες και συνήθως τεχνίτες που έστελνε η Βενετία ειδικά για το σκοπό αυτό.

TownhallCity of Corfu
Ionian Academy

Loggia (Σημερινό Δημαρχείο)  Λατινική Μητρόπολη του Αγ. Ιακώβου   Ιόνιος Ακαδημία    

Τα σημαντικότερα κτίρια της πόλης πλαισίωναν την σημερινή πλατεία Δημαρχείου, που αποτελούσε το κοινωνικό και πνευματικό κέντρο της στην βενετοκρατία.

Στην ανατολική πλευρά της βρίσκεται η Λατινική Μητρόπολη του Αγ. Ιακώβου, κομψό κτίριο του 17ου αι. με τα μπαρόκ πτερύγια στη στέγη του, τον πύργο και το κωδωνοστάσιό του, στην νότια πλευρά η κατοικία του Λατίνου Αρχιεπισκόπου (ανακατασκευή 1754), με τον κομψό εξώστη με τη balustrade στον άξονα της πρόσοψης (που σήμερα στεγάζει υποκατάστημα της Τράπεζας Ελλάδος) και στην βόρεια πλευρά το σημαντικότερο κτίσμα της Βενετοκρατίας στην πόλη, η Loggia Nobilei (1663-9), κατασκευασμένη από λαξευτή ντόπια πέτρα Σινιών. Η απλή στιβαρή μορφή της με τα μεγάλα τοξωτά ανοίγματα προδίδει το ρόλο και τη σημασία της .

Η Loggia μετατράπηκε σε θέατρο τον 18ο αιώνα που πήρε το όνομα του από τη γειτονική μητρόπολη (Teatro San Giacomo), ενώ από τις αρχές του 20ου αιώνα στεγάζει το Δημαρχείο της πόλης.

Στο διάστημα της Βενετοκρατίας ιδρύθηκαν στην πόλη και πολλά άλλα δημόσια κτίρια, εκ των οποίων σώζονται η πύλη εισόδου της μίας εκ των δύο σιταποθηκών (1592) στην περιοχή της Σπηλιάς, το ενεχυροδανειστήριο (1630), που βρίσκεται σήμερα ενσωματωμένο στο παλάτι των Αρμοστών, όπως και οι στρατώνες της Σπηλιάς, που σώζονται αλλοιωμένοι και οι στρατώνες Grimani στη νότια άκρη της Σπιανάδας (τελική μορφή περί το 1725), γνωστοί σαν Ιόνιος Ακαδημία, γιατί στέγασαν για ένα διάστημα το ίδρυμα που υπήρξε και το πρώτο Ελληνικό πανεπιστήμιο.

Liston Square

Οι περίοδοι γαλλικής και αγγλικής κατοχής αν και είχαν, όπως προαναφέρθηκε, ελάχιστες επιπτώσεις στο πολεοδομικό σχέδιο της πόλης, άφησαν όμως σε σημαντικό βαθμό τη σφραγίδα τους στον αρχιτεκτονικό χαρακτήρα της. Το οικοδομικό συγκρότημα της Σπιανάδας, τα Βόλτα ή “Liston” με την κομψή κιονοστοιχία του, όπου οι Κερκυραίοι κάνουν τον περίπατο τους, είναι η κύρια μαρτυρία από το πέρασμα των Γάλλων. Η ρυθμική επανάληψη των στοιχείων του αντικατοπτρίζει την μνημειακή πολεοδομική αντίληψη της Ναπολεόντειας περιόδου, με ευθύγραμμες ομοιόμορφες διατάξεις, όπως αυτή της rue de Rivoli. Τα μορφολογικά στοιχεία του πάντως ακολουθούν πρωϊμότερα πρότυπα. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι το συγκρότημα της Σπιανάδας, που αποτελούσε μέρος μιάς μεγάλης σύνθεσης, σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε εν μέρει από ένα έλληνα μηχανικό, τον Ιωάννη Παρμεζάν.

Η σφραγίδα της περιόδου της αγγλικής προστασίας πολύ πιο έντονη, απλώνεται σε όλη την πόλη. Χτίστηκε τότε πλήθος κτιρίων, απλών και επισήμων από προικισμένους αρχιτέκτονες που εγκλιμάτισαν και το ρεύμα του κλασικισμού στο χώρο, δίνοντας νέο χρώμα στην πρωτεύουσα των Επτανήσων.

Τα σημαντικότερα έργα των αρχών της περιόδου οφείλονται σε ξένους μηχανικούς. Το σπουδαιότερο από αυτά, το Ανάκτορο των Αγ. Μιχαήλ και Γεωργίου (1819 – 23), κατοικία των Άγγλων Αρμοστών, μνημείο γεωργιανού ρυθμού και πρελούντιο του νεοκλασικισμού στην Ελλάδα, όπως και το μνημείο Maitland, είναι έργα του Άγγλου συνταγματάρχη του μηχανικού George Whitmore. Η όψη της μνημειώδους σύνθεσης του παλατιού που πηγάζει από Παλλαδιανά πρότυπα, κοσμείται με δωρική κιονοστοιχία, που διακόπτεται από τις μεγαλόπρεπες πύλες των Αγίων Μιχαήλ και Γεωργίου, για να καμπυλωθεί στη συνέχεια στα άκρα της, αγκαλιάζοντας τη βόρεια πλευρά της Σπιανάδας που την φιλοξενεί.

Metland Monument
Agios Michael anf George Palaca

Μνημείο Maitland    Ανάκτορο των Αγ. Μιχαήλ και Γεωργίου

Από το 1830 όμως περίπου, μια σειρά ελλήνων τεχνικών παίρνει στα χέρια της και την επίσημη αρχιτεκτονική, αναλαμβάνοντας παράλληλα την επάνδρωση της τεχνικής υπηρεσίας. Ο αρχιτέκτονας που έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτόν τον τομέα είναι ο Ιωάννης Χρόνης, από τους πρώτους τεχνικούς επιστήμονες του Ελληνικού χώρου γενικότερα.

Όλα τα μεγάλα, με κοινωνική σκοπιμότητα, κτίρια της πόλης, που δείχνουν και την ιδιαίτερη πολιτιστική ακμή του τόπου τον 19ο αιώνα, είναι δεμένα με το όνομα του προικισμένου κερκυραίου αρχιτέκτονα. Σε αυτόν οφείλονται τα νεοκλασικού χαρακτήρα κτίρια της Ιονικής Τράπεζας, της Ιονίου Βουλής και το Χρηματιστήριο, αλλά και πολλές σημαντικές ή και απλούστερες κατοικίες και κυρίως το μέγαρο της οικογένειας του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας Ι. Καποδίστρια, που στέγασε για ένα διάστημα τη Νομαρχία. Με τη μαρμάρινή του πρόσοψη, με τις κομψές Κορινθιακές παραστάδες, θεωρείται από τα ωραιότερα μνημεία της νεότερης Ελλάδας.

Ionian Parliament

Ιονίου Βουλή – Μέγαρο της οικογένειας Ι. Καποδίστρια

Κατοικίες

Χαρακτηριστικά στολίδια κατοικιών

Οι κατοικίες της πόλης σύμφωνα με την αντίστοιχη κοινωνική οργάνωση διακρίνονταν σε αρχοντικά, μεγαλοαστικές και μικροαστικές – λαϊκές. Το αστικό πολυώροφο σπίτι, είναι οπωσδήποτε ο κυρίαρχος και ο πιο ενδιαφέρων αρχιτεκτονικός τύπος που συναντιέται στην Κέρκυρα. Η στενότητα του χώρου και η μεγάλη πυκνότητα του πληθυσμού οδήγησαν αναγκαστικά στον θεσμό της οριζόντιας ιδιοκτησίας, πολύ πριν να θεσπιστεί από τη σύγχρονη πολεοδομία.

Βενετοκρατία

Τα κερκυραϊκά αστικά σπίτια της βενετοκρατίας ήταν είτε πολυώροφα σε τύπο πολυκατοικίας με 3-4 ορόφους, δείγμα της προσαρμογής στην στενότητα του χώρου, είτε σπανιότερα μονοκατοικίες με ένα ή περισσότερους ορόφους, ενώ τα αρχοντικά ήταν συνήθως διώροφα.

Τα κτίρια πλατυμέτωπα ή στενομέτωπα, σχημάτιζαν συνεχή μέτωπα στους δρόμους, με ελάχιστες εξαιρέσεις αυλών ή κήπων. Χτίστηκαν σε οικόπεδα με μικρό γενικά εμβαδόν και με κάλυψη σχεδόν 100% (σε μη διαμπερή οικόπεδα οι πίσω χώροι αερίζονται από τις γνωστές “κανιζέλλες”). Ο μέσος όρος εμβαδού, μετά και την κατασκευή των πολύ μεγαλύτερων κτιρίων της αγγλοκρατίας, ήταν σύμφωνα με απογραφή του 1940, 84 μ2 με ελάχιστον εμβαδόν 30 μ2.Αν και θα υπήρχε μεγάλος αριθμός αρχοντικών στην πόλη (στο Libro d’ oro ήταν γραμμένες 112 οικογένειες ευγενών) ελάχιστα αναγνωρίζονται σήμερα και εμφανίζουν χαρακτηριστικά μιας επίσημης κατασκευής. Δύο από τα σωζόμενα αρχοντικά – Ρίκκι και Γιαλλινά – (17ου αιώνα) έχουν κατά μήκος της όψης προστώο αναγεννησιακού χαρακτήρα που διαμορφώνει εξώστη στον όροφο.

Οι όψεις των κερκυραϊκών κατοικιών της περιόδου, ακολουθούν γενικότερα τα χαρακτηριστικά της αναγέννησης, του μανιερισμού και του μπαρόκ, εκφρασμένα όμως με σχετική λιτότητα και ενίοτε με λαϊκό πνεύμα, στοιχεία που σχετίζονται και με τη διαφορά κλίμακας ως προς τα δυτικά παραδείγματα. Ανάλογα με την κατηγορία της κατασκευής υπάρχει μεγαλύτερη ή μικρότερη χρήση μορφολογικών στοιχείων και ενδιαφέρον για συνθετική οργάνωση. Τα πρότυπά τους ως προς τις μορφολογικές λεπτομέρειες μπορεί κανείς να τα εντοπίσει σε ένα βαθμό στα έργα της επίσημης αρχιτεκτονικής της πόλης ή του Παλιού Φρουρίου. Διαπιστώνεται επίσης μια αλληλεπίδραση μεταξύ αστικής και εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής στα επί μέρους στοιχεία.

Γενικά χαρακτηριστικά της εξωτερικής διαμόρφωσης των σωζόμενων κτιρίων (τα οποία κατά το μεγαλύτερο ποσοστό έχουν προσθήκες της αγγλοκρατίας ή και μεταγενέστερες), είναι η επίπεδη ως επί το πλείστον επιφάνεια, η υπεροχή συχνά του πλήρους στο κενό ή και η ισοδυναμία τους, ο τονισμός της οριζοντιότητας (με σειρές παραθύρων, ζώνες, γείσα κ.λ.π.) και η μορφολόγηση πάνω σε ένα συμμετρικό σύστημα αξόνων, που δεν τηρείται όμως απαραίτητα στα λαϊκότερα έργα. Τα χρώματα των όψεων, το κόκκινο ή η ώχρα στις επιχρισμένες επιφάνειες, το ημίλευκο ή υποκίτρινο στα λαξευτά μέλη, και το πράσινο στα εξώφυλλα, είναι αντίστοιχα με αυτά της Βενετίας. Μεγαλύτερη σημασία δίνεται στην αρχιτεκτονική διαμόρφωση του ισογείου, όπου και το θύρωμα εισόδου, η στοά κ.λ.π., που ξεχωρίζουν οπτικά με την ιδιαίτερη ρυθμολογική παράθεση των ανοιγμάτων, κάτι που δικαιολογείται και από το ότι το μικρό πλάτος των δρόμων δεν επιτρέπει την άμεση θεώρηση του συνόλου των πολυώροφων οικοδομών.

Doors
Windows

Πόρτες – Είσοδοι                         Παράθυρα

Από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία οργάνωσης των όψεων είναι οι – αναγεννησιακού χαρακτήρα – στοές με τις τοξοστοιχίες, που συναντώνται μεμονωμένες ή συνεχείς, στους εμπορικούς κυρίως δρόμους, τα πορτόνια (κύριες θύρες εισόδου) με τα λαξευτά πλαίσια και την μπαρόκ ενίοτε επίστεψη, τα παράθυρα, που μπορεί να περιβάλλονται με πλαίσια με κυμάτια, και τα κορνιζώματα. Την επίπεδη επιφάνεια της όψης ποικίλλουν επίσης, δίνοντάς της πλαστικότητα, τα προστώα που προβάλλουν δημιουργώντας ανοιχτή βεράντα στον όροφο, οι πέτρινοι εξώστες και τα εξωτερικά λίθινα κλιμακοστάσια μέχρι τον πρώτο όροφο, όπου διαμορφώνεται στεγασμένο πλατύσκαλο -εξώστης (“μπότζος” με ξεχυτή ).

Τέλος, αξιόλογα μορφολογικά στοιχεία αποτελούν τα φουρούσια, οι γωνίες, όταν διαμορφώνονται από λαξευτή τοιχοποιία, οι προεξέχουσες καμινάδες των μαγειρείων με την απόλυξή τους στη στέγη, τα οικόσημα κ.λ.π. Στα ισόγεια των σπιτιών υπάρχουν συχνά καταστήματα ή αποθήκες, ενώ η κυρίως κατοικία βρίσκεται στους ορόφους. Τα περισσότερα σπίτια έχουν σοφίτα που καταλαμβάνει συνήθως μεγάλο μέρος της στέγης και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν κατοικήσιμος χώρος. Το κλιμακοστάσιο που γενικά βρίσκεται στο εσωτερικό των κτιρίων μπομπορεί να είναι περίπου αξονικά τοποθετημένο και να περιβάλλεται από τους χώρους ή να βρίσκεται κατά μήκος μιας πλάγιας πλευράς. Λίγα παραδείγματα έχουν, εξωτερικό λίθινο κλιμακοστάσιο μέχρι τον πρώτο όροφο και αφορούν οπωσδήποτε μονοκατοικίες.

Η επικοινωνία των δωματίων στους χώρους διαμονής γίνεται χωρίς την παρεμβολή διαδρόμων μέσω ενός κεντρικού χώρου που καταλήγει στο κλιμακοστάσιο. Εκτός από τα μαγειρεία, που συνήθως βρίσκονται στην γωνία ενός δωματίου και χαρακτηρίζονται από την χτιστή εστία και την καπνοδόχο (που προεξείχε εξωτερικά στις όψεις), ιδιαίτερα αποχωρητήρια δεν είχαν προβλεφθεί και μια τρύπα πλάι στον νεροχύτη που κατέληγε στο αποχετευτικό δίκτυο εξυπηρετούσε τον σκοπό αυτό.

Αγγλοκρατία

Το αστικό τοπίο της Κέρκυρας επηρεάστηκε σε σημαντικό βαθμό από την οικοδομική έξαρση της αγγλοκρατίας. Στον τομέα της κατοικίας (εκτός από τις προσθήκες στα παλαιότερα κτίρια) πλήθος νέων μεγαλοαστικών (μέγαρα), μικροαστικών και λαϊκών κατασκευών, θα διαμορφώσει σε αυτά τα 50 χρόνια μια νέα εικόνα της πόλης. Οι τυπικές αστικές κατοικίες ανήκουν και πάλι στον τύπο της πολυκατοικίας, αλλά είναι ως επί το πλείστον μεγαλύτερου ύψους από της βενετοκρατίας, (φθάνοντας και τους 6 ορόφους), ενώ υπάρχουν και πολυώροφα μέγαρα – μονοκατοικίες με 3-5 ορόφους και επίσης μονώροφα και διώροφα κτίρια απλής μορφής.

Από τυπολογική άποψη την εποχή αυτή αρχίζει να υπάρχει εξέλιξη στην διαμόρφωση των κατόψεων με χαρακτηριστικό ότι τότε εμφανίζεται για πρώτη φορά το αποχωρητήριο σαν ιδιαίτερος χώρος. Σε πολλά σπίτια διατηρήθηκε το σύστημα ενός ανεξάρτητου κατακόρυφου αγωγού πλάι σε αυτόν του νεροχύτη. Το μεγαλύτερο ποσοστό των νέων κατοικιών είναι χτισμένο στη θέση προϋπάρχοντος κτίσματος. Διαπιστώνεται συχνά αύξηση του εμβαδού σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο, που δημιουργείται κυρίως με ένωση δύο ή περισσότερων οικοπέδων ή σπάνια με κατάληψη υπάρχουσας αυλής. Οι πλατυμέτωπες διατάξεις και μάλιστα σε μεγάλο αριθμό ανοιγμάτων (υπάρχουν παραδείγματα με 11 ανοίγματα στη σειρά), είναι πολύ περισσότερες από της βενετοκρατίας. Μικρό ποσοστό των νέων κτιρίων έχει κτιστεί σε χώρο που δεν υπήρχε προηγουμένως οικοδομή.

Διαπιστώνεται επίσης μια προσπάθεια επιβολής ομοιόμορφων διατάξεων, κυρίως στις βασικές αρτηρίες της πόλης. Έτσι στην περίπτωση του μετώπου της οδού Ν. Θεοτόκη, απέναντι από τον Αγ. Φραγκίσκο, ακολουθήθηκε υποχρεωτικά ομοιόμορφο σχέδιο, τόσο ως προς τα γενικά στοιχεία όσο και ως προς τις λεπτομέρειες των πεσσών των στοών, που είχε εκπονήσει κατ΄ εντολήν της Γερουσίας ο πολιτικός μηχανικός του δημοσίου. Ακόμη στα κτίρια της περιόδου που βρίσκονται στην αρχή της οδού Ευγ. Βουλγάρεως, υπάρχει συσχετισμός, ως προς τα ύψη των ορόφων, την διάρθρωση των ισογείων τους με σχεδόν ομοιόμορφες τοξοστοιχίες κ.λ.π. Ενότητα σύνθεσης παρουσίαζαν τέλος και τα κτίρια που χτίστηκαν στον προμαχώνα Αγ. Αθανασίου, μετά τις πρώτες κατεδαφίσεις των εξωτερικών οχυρωμάτων από τους Άγγλους, που αποτέλεσαν βασικά και την πρώτη επέκταση της πόλης στον 19ο αιώνα και τα οποία καταστράφηκαν στον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο.

Μορφολογικά οι όψεις των κατοικιών της περιόδου ακολουθούν τα χαρακτηριστικά του κλασικισμού, με λιτότητα όμως και χωρίς έμφαση στη χρήση διακόσμου και με στοιχεία κυρίως νεοαναγεννησιακά (τόξα κ.λ.π.). Ο κλασικισμός της Κέρκυρας, που αποτελεί και την πιο πρώϊμη έκφραση του στυλ στον ελληνικό χώρο (χωρίς να επιβληθεί εκ των έξω ώστε να αποτελέσει μια τομή στις προϋπάρχουσες παραδοσιακές μορφές, όπως συνέβη στην Αθήνα ή και αλλού, αλλά αντίθετα ήλθε ως μια ομαλή μετάπτωση από το ένα ρυθμικό σύστημα στο επόμενο), πηγάζει κυρίως από τον αγγλικό παλαδιανισμό, αλλά και τον ιταλικό κλασικισμό, και εναρμονίζεται έτσι καλύτερα με το προϋπάρχον δομημένο περιβάλλον. Έλληνες και ξένοι αρχιτέκτονες, είναι οι φορείς αυτής της ιστορικής μορφολογίας, που ακολουθούν βέβαια και τα επίσημα κτίρια αλλά και οι κατοικίες της αστικής κοινωνίας σε μικρότερη ή μεγαλύτερη έκταση (και με την αντίστοιχη προσαρμογή στις οικονομικές δυνατότητες και ανάγκες), διαμορφώνοντας μια αρχιτεκτονική ενιαίου ύφους και με σημαντική διαφοροποίηση από τα άλλα ελληνικά κέντρα, που παίρνουν την κατεύθυνσή τους από την Αθήνα.

Τα συγγράμματα των θεωρητικών της αναγέννησης και ιδίως του Παλλάντιο, αλλά και οι σχετικές εκδόσεις του 19ου αιώνα ήταν βασικές πηγές άντλησης μορφολογικών στοιχείων για τους αρχιτέκτονες που δρούσαν στην πόλη. Επίσης σημαντικά κτίρια της περιόδου, κατά πρώτο λόγο το παλάτι των Αρμοστών, υπήρξαν πρότυπο για τα επί μέρους στοιχεία των κατοικιών της αστικής τάξης (παράθυρα, θυρώματα, πλαίσια και επιστέψεις, μπαλούστρα, κιγκλιδώματα εξωστών και κλιμακοστασίων, ζωγραφικός διάκοσμος στις οροφές κ.λ.π.).

Kangel

Καγκελόπορτες

Όπως και στα κτίρια της Βενετοκρατίας, ανάλογα με την κατηγορία της κατασκευής, υπάρχει αντίστοιχο ενδιαφέρον για την εξωτερική οργάνωση, με μεγαλύτερο ή μικρότερο πλούτο μορφολογικών λεπτομερειών και με πολυτελή ή μη υλικά. Γενικά πάντως η χρήση ρυθμών στην οργάνωση των όψεων των κατοικιών είναι διακριτική ή ελάχιστη (εκτός από την περίπτωση του μεγάρου Καποδίστρια, όπου είναι έντονη η επιρροή του Παλλαδιανισμού), ενώ είναι βασική για την οργάνωση των συνθέσεων των επισήμων κτιρίων (παλάτι Αρμοστών, Ιονική Τράπεζα κ.λ.π.) Τα ρυθμολογικά στοιχεία (σχεδόν πάντα τοσκανικά στις κατοικίες) χρησιμοποιούνται βασικά σε παραστάδες, πεσσούς, γείσα (σε θυρώματα, γωνίες, επιστέψεις, τοξοστοιχίες κ.λ.π.).

Οι όψεις είναι σχεδόν επίπεδες, όπως και επί βενετοκρατίας (διαμορφωμένες και τώρα σε σχέση με τη συνεχή διάταξη των κτιρίων στους δρόμους της πόλης) και με τάση προς την οριζόντια διάρθρωση. Επιδιώκεται η συμμετρική οργάνωση και η εύρυθμη κανονικότητα, χωρίς να είναι απαραίτητος ο τονισμός του κεντρικού άξονα. Στις πλατυμέτωπες διατάξεις ειδικά, ενίοτε εφαρμόζεται η τριμερής διάρθρωση με μικρή προεξοχή, με μια οριακή πλαστική απόδοση, για την οπτική υπογράμμιση του κεντρικού τμήματος. Εμφανίζεται γενικά ισοκατανομή των αξόνων και όχι ομαδοποίηση των ανοιγμάτων. Βασικό ρόλο στη μορφολογική έκφραση παίζει οπωσδήποτε ο μεγάλος αριθμός ορόφων, οδηγώντας σε λύσεις ρυθμικές και καθ΄ ύψος επανάληψης. Η οργάνωση βασίζεται συχνά στα οψιμότερα παραδείγματα και στη χρήση των εξωστών σε διάφορες διατάξεις.

Η τάση για την οριζόντια διάρθρωση (τυπική τόσο του πρώϊμου κλασικισμού όσο και της αναγέννησης), εκφράζεται με τις ρυθμικές σειρές των παραθύρων, τις στοές και τις τοξοστοιχίες, και με τις οριζόντιες ζώνες μεταξύ των ορόφων, συνήθως κάτω από τις ποδιές των παραθύρων και σπάνια στην στάθμη του πατώματος. Σε σχετικά όψιμες κατασκευές οι οριζόντιες ζώνες -που αρχικά αποτελούσαν κύριο στοιχείο διάρθρωσης των όψεων των απλών κυρίως κατοικιών- καταργούνται σε μεγάλο ποσοστό, γεγονός που συνδέεται και με τη μεγάλη πλέον χρήση του εξώστη. Παραμένουν όμως σχεδόν πάντα σαν στοιχείο διαχωρισμού του ισογείου από τους λοιπούς ορόφους, με τη μορφή μιας κυματιοφόρου ζώνης, που συνήθως βρίσκεται στο ύψος του γείσου του θυρώματος της κύριας εισόδου. Σε άλλα παραδείγματα το γείσο συνδυάζεται και μια ταινία που περνάει από τις ποδιές των παραθύρων του πρώτου ορόφου, ούτως ώστε να εμφανίζεται εντονότερος ο διαχωρισμός του ισογείου από το υπόλοιπο κτίριο με τη δημιουργία μιας πιο φαρδιάς ζώνης. Η διαχωριστική αυτή ζώνη μπορεί να διασπάται με μπαλούστρα τοποθετημένα ακριβώς κάτω από τα παράθυρα, εν είδει στηθαίου. Συνήθως δεν εμφανίζεται διαίρεση του κτιρίου σε βάση κορμό και στέψη (πλην του αρχοντικού Καποδίστρια). Εν είδει βάσης (κατασκευή από λαξευτή τοιχοποιία) πάντως διαρθρώνονται τα ισόγεια ορισμένων κτιρίων. Η χρήση του τόξου έχει ευρύτατη εφαρμογή στα ισόγεια των κτιρίων, σε θυρώματα, παράθυρα ή στις σειρές των τοξωτών ανοιγμάτων κυρίως των καταστημάτων στους εμπορικούς δρόμους.

Chimneys

Το κείμενο είναι δημοσιευμένο στο site https://www.corfu.gr/web/guest/urban