Προσεισμικός έλεγχος σχολικών κτιρίων: Μια ημιτελής προσπάθεια.

Τα τελευταία χρόνια και ιδιαίτερα μετά από κάθε μεγάλο σεισμό, γίνεται πολύ συζήτηση και αποτελεί θέμα έντονων αντιπαραθέσεων η κατάσταση των σχολικών κτιρίων στην χώρα μας. Η απουσία τακτικής συντήρησης, η υποχρηματοδότηση, η σύγχυση περί αρμοδιοτήτων σε συνδυασμό με την μεγάλη ηλικία σημαντικού αριθμού κτιρίων έχουν επιδεινώσει ιδιαίτερα την κατάσταση.

Με το παρόν άρθρο επιχειρείται να αποσαφηνιστούν κάποια θέματα που τυγχάνουν συχνής παρεξήγησης και να μεταφερθεί μέρος της εμπειρίας που έχει αποκτηθεί από την ενασχόλησή μου με το συγκεκριμένο αντικείμενο, έχοντας την επιστημονική επιμέλεια και την επίβλεψη προγραμμάτων προσεισμικού ελέγχου, την περίοδο που εργαζόμουν στον πάλαι ποτέ Οργανισμό Σχολικών Κτιρίων (ΟΣΚ Α.Ε.) νυν Κτιριακές Υποδομές (ΚτΥπ Α.Ε.).

Αυτή τη στιγμή στην ελληνική επικράτεια λειτουργούν περίπου 15.000 δημόσιες σχολικές μονάδες πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Υπολογίζεται στατιστικά, χωρίς να έχει γίνει επίσημη καταγραφή, ότι κατά προσέγγιση στεγάζονται σε 30.000 στατικώς ανεξάρτητα κτίρια. Πρόκειται είτε για διακριτά κτίρια, είτε για κτίρια με ενιαία λειτουργία που διαχωρίζονται μεταξύ τους με αρμούς. Ένα μεγάλο μέρος αυτών των κτιρίων έχουν μελετηθεί με παλαιότερους κανονισμούς ή και ακόμα χωρίς αντισεισμικό κανονισμό. Πληροφοριακά ο πρώτος Αντισεισμικός Κανονισμός σε όλη την επικράτεια τέθηκε σε εφαρμογή το 1959. Το 1985 τέθηκαν σε εφαρμογή πρόσθετες διατάξεις στον προαναφερθέντα κανονισμό που τον εκσυγχρόνισαν και τον βελτίωσαν σε μεγάλο βαθμό. Το 1995 τέθηκε σε εφαρμογή ο Νέος Ελληνικός Αντισεισμικός Κανονισμός (Ν.Ε.Α.Κ.), ενώ από το 2000 εφαρμόζονται ο Ελληνικός Αντισεισμικός Κανονισμός (ΕΑΚ) και οι Ευρωκώδικες (EC).

Είναι λοιπόν σαφές ότι υπάρχει ανάγκη για τον προσεισμικό έλεγχο αυτού του μεγάλου αριθμού σχολικών κτιρίων. Είναι ένα εγχείρημα τεράστιο, με αυξημένες δυσκολίες, το οποίο μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με κεντρικό έλεγχο και επιμέλεια. Μέχρι στιγμής έχουν πραγματοποιηθεί αρκετές απόπειρες κυρίως από μεμονωμένους Δήμους, ενώ ως μόνη σοβαρή απόπειρα μπορούμε να θεωρήσουμε αυτή που πραγματοποίησε ο ΟΣΚ την περίοδο 2004-2010 η οποία όμως δυστυχώς έμεινε ημιτελής.

Για την εποπτεία του έργου του Προσεισμικού Ελέγχου, ορίστηκε μια Επιστημονική Επιτροπή αποτελούμενη από καθηγητές των τμημάτων Πολιτικών Μηχανικών της χώρας, εκπροσώπους του Τεχνικού Επιμελητήριου Ελλάδος (Τ.Ε.Ε.) και του Οργανισμού Αντισεισμικού Σχεδιασμού & Προστασίας (Ο.Α.Σ.Π.) και από Μηχανικούς του ΟΣΚ. Η επιτροπή αυτή αξιοποιώντας τα έως τότε επιστημονικά δεδομένα αποφάσισε την εφαρμογή της τριφασικής μεθόδου ελέγχου.

Η μέθοδος αυτή βασίζεται στο τεύχος FEMA 154 (1988) «Rapid Visual Screening of Buildings for Potential Seismic Hazards: A Handbook», δεν σχεδιάστηκε δηλαδή από την αρχή, αλλά αποτελεί μια προσαρμοσμένη στα Ελληνικά δεδομένα μέθοδο που ακολουθεί την διαδικασία της διεθνώς αναγνωρισμένης Αμερικανικής FEMA, η οποία έγινε αποδεκτή από τον Ο.Α.Σ.Π.

Η μέθοδος περιλαμβάνει σε αδρές γραμμές τις εξής τρεις επάλληλες φάσεις:

(1) Ταχύς οπτικός έλεγχος (Τ.Ο.Ε.) της δομικής και μη δομικής τρωτότητας σε όλα τα σχολικά κτίρια. Βαθμονόμηση και αξιολόγηση των δεδομένων που προκύπτουν από τον Τ.Ο.Ε. και επιλογή εκείνης της ομάδας επισφαλών κτιρίων για τα οποία απαιτείται οπωσδήποτε περαιτέρω έλεγχος.

(2) Εφαρμογή στα κτίρια αυτά επί τόπου μη καταστροφικών δοκιμών, επαλήθευση διατομών και οπλισμών σε κρίσιμες διατομές, εκτέλεση προσεγγιστικών υπολογισμών αντοχής καθώς και καταγραφή μιας σειράς άλλων δομικών χαρακτηριστικών. Αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της δεύτερης φάσης και προσδιορισμός εκείνων των κτιρίων που χρήζουν άμεσης αντισεισμικής μελέτης ενίσχυσης σε επίπεδο μελέτης εφαρμογής.

(3) Εκπόνηση μελετών ενίσχυσης και υλοποίηση των ενισχύσεων.

Για τις ανάγκες της πρώτης φάσης, του πρωτοβάθμιου ελέγχου ή Ταχέως Οπτικού Ελέγχου (Τ.Ο.Ε.), προσαρμόστηκαν τα υπάρχοντα Δελτία Προσεισμικού Ελέγχου του ΟΑΣΠ. Τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη και βαθμολογούνται αφορούν στον δομικό τύπο του κτιρίου (σκυρόδεμα, φέρουσα τοιχοποιία κ.α), τα σεισμολογικά και γεωτεχνικά στοιχεία της περιοχής, θέματα μόρφωσης του φορέα (μαλακός όροφος, μη κανονική διάταξη τοιχοπλήρωσης, οριζόντια ή καθ’ ύψος μη κανονικότητα, μεγάλο ύψος, ενδεχόμενο στρέψης, κοντά υποστυλώματα κ.α.) ενώ λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση συντήρησης του κτιρίου, ο αριθμός των μαθητών και η διάρκεια χρήσης του κτιρίου (ολοήμερο, νυχτερινό, αίθουσα, ΑΠΧ κ.α.).

Με βάση αυτό τον σχεδιασμό, κατά την περίοδο 2004-2010, πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με τις Πολυτεχνικές σχολές της χώρας, ο πρωτοβάθμιος έλεγχος (Τ.Ο.Ε.) σχεδόν σε όλα τα σχολικά κτίρια που κατασκευάστηκαν χωρίς Αντισεισμικό Κανονισμό (προ του 1959), ενώ στους Νομούς Ευρυτανίας, Θεσπρωτίας, Λέσβου, Σάμου, Χίου και την πόλη της Καστοριάς ο έλεγχος επεκτάθηκε στα κτίρια που έχουν κατασκευαστεί μέχρι το 1985. Τέλος για τα σχολικά κτίρια στους νομούς Κεφαλονιάς, Ζακύνθου και Λευκάδας, που είναι οι πιο σεισμογενείς περιοχές της χώρας μας, αποφασίσθηκε ο έλεγχος στο σύνολο των σχολικών κτιρίων.

Συνολικά ελέγχθηκαν περίπου 6.100 στατικώς ανεξάρτητα κτίρια. Κατά το στάδιο αυτό δεν ελέγχθηκαν κτίρια στον Δήμο Αθηναίων, ο οποίος πραγματοποίησε δικό του ανεξάρτητο πρόγραμμα ελέγχων. Να διευκρινιστεί ότι στις περιπτώσεις που σε ένα σχολικό συγκρότημα συνυπήρχαν κτίρια διαφορετικών περιόδων, δεν πραγματοποιήθηκε έλεγχος σε όλα, αλλά μόνο σε αυτά που ανήκουν στις παραπάνω περιόδους.

Να σημειωθεί ότι ο εκτελούμενος πρωτοβάθμιος οπτικός έλεγχος (Τ.Ο.Ε.) δεν είναι δυνατόν να οδηγήσει σε απολύτως ασφαλή συμπεράσματα για την επάρκεια ενός σχολικού κτιρίου έναντι μελλοντικών σεισμών, άγνωστης μάλιστα έντασης. Ο έλεγχος αυτός, αποτελεί το πρώτο βήμα μιας χρονοβόρου και πολυδάπανης προσπάθειας μακράς πνοής και μπορεί να εντοπίσει μόνον τα οφθαλμοφανώς επικίνδυνα κτίρια που χρήζουν άμεσης επέμβασης. Για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων απαιτείται η ολοκλήρωση της διαδικασίας ελέγχων με την εκπόνηση των εξειδικευμένων λεπτομερών μελετών της δεύτερης και τρίτης φάσης, οι οποίες θα ποσοτικοποιήσουν το σεισμικό κίνδυνο με πολύ μικρότερες αβεβαιότητες και θα καταλήξουν σε τυχόν ανάγκη επεμβάσεων ενίσχυσης. Στις ομάδες διενέργειας του Τ.Ο.Ε. πάντως είχε δοθεί η εντολή άμεσης αναφοράς οφθαλμοφανών προβλημάτων για την τάχιστη αντιμετώπισή τους, όπως και έγινε.

Από το 2010 και μετά πραγματοποιήθηκαν μόνο σποραδικοί έλεγχοι, κυρίως από μηχανικούς του ΟΣΚ και αργότερα της ΚτΥπ. Παρόλο που έγινε μια αρχική βαθμονόμηση και κατάταξη των κτιρίων που ελέγχθηκαν, δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ δευτεροβάθμιος έλεγχος. Σε αυτό συνέβαλε και το γεγονός ότι η Επιστημονική Επιτροπή που είχε συσταθεί έπαψε να λειτουργεί με αποτέλεσμα να μην αναπτυχθεί ή να προσαρμοστεί στις ανάγκες του προγράμματος κάποια αξιόπιστη επιστημονική μέθοδος για την υλοποίηση του δευτεροβάθμιου ελέγχου. Πρόσφατα, σύμφωνα με πληροφορίες, κατατέθηκαν στον Ο.Α.Σ.Π., από Επιτροπές του, κάποιες μέθοδοι δευτεροβάθμιου ελέγχου για κτίρια από σκυρόδεμα και φέρουσα τοιχοποιία, οι οποίες τελούν υπό έγκριση.

Πρέπει πάντως να καταστεί σαφές, ότι ο μόνος ασφαλής τρόπος να εκτιμηθεί η σεισμική επάρκεια ή ανεπάρκεια ενός κτιρίου είναι με τη διενέργεια μελέτης αποτίμησης χρησιμοποιώντας τους σύγχρονους κανονισμούς όπως ο ΚΑΝ.ΕΠΕ (Κανονισμός Επεμβάσεων) για τα κτίρια οπλισμένου σκυροδέματος ή ο υπό έκδοση ΚΑΔΕΤ (Κανονισμός για Αποτίμηση και Δομητικές Επεμβάσεις Τοιχοποιίας) για τα κτίρια από φέρουσα τοιχοποιία.

Η διαδικασία απαιτεί την λεπτομερή αποτύπωση του φέροντος οργανισμού του κτιρίου, την μαθηματική του προσομοίωση και την επίλυση με εξειδικευμένο λογισμικό. Η διαδικασία αυτή είναι ιδιαίτερα επίπονη, χρονοβόρα και έχει υψηλό κόστος. Είναι αυτονόητο ότι δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε μεγάλο αριθμό σχολικών κτιρίων, ιδιαίτερα σε μια χρονική περίοδο που οι σχετικοί πόροι είναι περιορισμένοι.

Ακόμα όμως και να μπορούσε να εφαρμοστεί, αυτό θα οδηγούσε με απόλυτη βεβαιότητα σε πολλές περιπτώσεις κτιρίων που θα έχριζαν αντισεισμικής ενίσχυσης, με πολλές οικονομικές και κοινωνικές προεκτάσεις. Σημαντικό ρόλο παίζει το επίπεδο αντισεισμικής συμπεριφοράς (στάθμη επιτελεστικότητας) που θεωρεί η πολιτεία ανεκτό για ένα υφιστάμενο κτίριο. Είναι λογικό ότι ένα κτίριο που έχει μελετηθεί και κατασκευαστεί με παλαιότερους κανονισμούς δεν μπορεί να έχει το επίπεδο ασφαλείας ενός σύγχρονου. Ένας υψηλός στόχος οδηγεί σε δυσθεώρητα προβλήματα, ένας χαμηλός στόχος δεν λύνει το πρόβλημα.

Μετά από όλα αυτά, προκύπτει η ανάγκη για τον κεντρικό σχεδιασμό ενός νέου εκτεταμένου προγράμματος προσεισμικού ελέγχου των σχολικών κτιρίων, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα, πράγμα που απαιτεί εκτός από την βούληση για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που θα προκύψουν, κυρίως γενναία χρηματοδότηση.

Είναι σε θέση η πολιτεία να το αντιμετωπίσει αυτή τη στιγμή; Μάλλον όχι!

Βασίλης Τσίτσος, Πολιτικός Μηχανικός, Υπ. Διδακτορας ΕΜΠ

alfavita.gr